18.1.19

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ, ΑΝΤΡΟΓΥΝΟ


Δώδεκα παιδιά είχε αποκτήσει ο μακαρίτης ο Μαστρο-Αποστόλης ο Κουμιώτης, με τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του, το Μοσχαδώ· έξι αρσενικά και έξι κορίτσια. Υστερνός από όλους ο Μοναχάκης. Ο Μοναχάκης ο μικρός, ο χαδούλης, με τ’ όνομα. Ίδιος κι απαράλλακτος ο πατέρας του. Είπε και τον έκανε.
— Τούτο είναι το δικό μου παιδί, έλεγε ο γέρος, χωρατεύοντας κάποτε τις καλές μέρες, που μαζεύονταν όλοι αρσενικοί και θηλυκοί, ένα τσούρμο παιδιά και αγγόνια, στο σπίτι του Μαστρο-Αποστόλη. Κανένας σας μαθές δε μου ’μοιασε ούτε στη λεβεντιά, ούτε στη γνώμη. Μοναχάκης και πάλε Μοναχάκης. Κα­λόγνωμος και στοχαστικός σαν τον πατέρα του. Τα λόγια του μετρημένα σαν κορίτσι! Τα μάτια σκυμμένα. Ένα λόγο να του πεις κοκκινίζει και γίνεται παπαρούνα.
Και τον χάιδευε στον ώμο. Ο Μοναχάκης κοκκίνιζε, έσκυβε τα μάτια. Ο γέρος αναστέναζε. Τα ’φερνε γύρω για να θυμηθεί πάντα τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του.
— Έτσι ήμουνα κι εγώ παιδί. Όταν έδωκε ο Θεός και πήρα τη μακαρίτισσα τη μάνα σας, ντρεπόμουνα να της μι­λήσω. Θεός σχωρέσ’ την, μέρα που είναι! Τριάντα χρόνια ζήσαμε μαζί, μονιασμένοι και αγαπημένοι· ψυχρό λόγο δεν άκουσε ο ένας από τον άλλον. Το Μοσχαδώ απάνω, το Μοσχαδώ κάτω. Κι εκείνη τον Αποστόλη της. Άλλος από τον Αποστόλη δεν ήταν στον κόσμο. Μια μέρα να μη την έβλεπα, έχανα τον κό­σμο. Ο Θεός μας έδωκε με το τσουβάλι τα παιδιά. Γέμισε το σπίτι παιδιά. Το Μοσχαδώ τίποτε! Πρώτα ο Αποστόλης κι ύστερα όλα τα παιδιά. Κι εγώ πάντα κοντά της. Τη δουλειά μου στο σπίτι την είχα. Στον αυλόγυρο όλη την ημέρα. Τα βαρέλια εκεί, οι ντούγες, τα τσέρκια, τα σύνεργα όλα στον αυλόγυρο. Ντακ και ντουκ όλη την ημέρα. Δεν περ­νούσε ώρα να μην έρθει το Μοσχαδώ κοντά μου. Όλο και κάτι εύρισκε να με ρωτήσει. Πότε για τα παιδιά, πότε για το φαί, πότε για το ένα, πότε για το άλλο. Εγώ το καταλάβαινα. «Μο­σχαδώ, σου το είπα, στιγμή δεν μπορείς να κάνεις χωρίς εμένα». Κι εκείνη θύμωνε μαθές, Θεός σχωρέσ’ την, μέρα που είναι και μου ’λεγε: «Την όρεξή σου έχω...» κι έφευγε τάχα κακιωμένη. Και πάλι να σου την! Όταν τελείωνα τη δουλειά, με λυπότανε κάποτε και μου ’λεγε: «Δεν πας και συ μαθές, Απο­στόλη, στον καφενέ, να σεκλετισθείς, να πάρεις τον αέρα σου. Σε βαρέθηκα να σε βλέπω...» Στον καφενέ! Τι να κάνω στον καφενέ; «Στα καρφιά κάθεται ο Αποστόλης, μου λέγανε στον καφενέ. Άιντε πήγαινε, Αποστόλη, να μη σε δείρει η γυναίκα σου!...» Καλότυχοι, τόσο ήξεραν, τόσο έλεγαν... Πάνε κείνα τα χρόνια. Μου την πήρε ο Θεός, δόξα να ’χει τ’ όνομά του. Από τότε δεν είμαι στον κόσμο τούτο· είμαι από τον άλλον κόσμο. Ζωντανός και πεθαμένος. Εγώ σας το είπα, παιδιά μου, σαν πάω ν’ ανταμώσω το Μοσχαδώ, χαρά να το ’χετε, κανένας να μη με κλάψει. Κόκκινα να ντυθείτε...
Και τον έπαιρναν τα κλάματα το γέρο. Τα παιδιά του αγρίευαν:
— Μέρα που είναι, πάλε τα κλάματα άρχισες, πατέρα; Είναι γρουσουζιά μαθές τέτοια μέρα.
— Συμπαθάτε με, παιδιά μου, δεν το θέλω κι εγώ, έλεγε ο γέρος. Μα έτσι, σαν κουβεντιάζω για τη μάνα σας, θαρρώ πως την έχομε μαζί μας στο τραπέζι, μέρα που είναι.
Και γύριζε πάλε στον Μοναχάκη, σκουπίζοντας τα μάτια του.
— Να, τούτος, μου ’μοιασε, ο Μοναχάκης. Ίδιος κι απα­ράλλακτος. Καλόγνωμος και πονετικός σαν κι έμενα. Χαρά στη γυναίκα που θα τον πάρει. Όπως έζησα εγώ με τη μακαρί­τισσα τη μάνα σας, άμποτε να ζήσει κι αυτός. Μονοιασμένα κι αγαπημένα. Ο Θεός μόνο να μη του δώσει το κακό που είδανε τα μάτια μου. Μαζί να ζήσουν και μαζί να πεθάνουν, να μην ιδούνε χωρισμό τα μάτια τους.
Ο Μοναχάκης κατέβαζε τα μάτια του.
— Δεν παντρεύομαι εγώ, πατέρα. Εγώ θα γηροκομήσω με το Κυρατσώ. Τα ’χομε ειπωμένα.
Το Κυρατσώ, η μεγαλύτερή του αδελφή, χηρεμένη από χρόνια, που τον είχε αναστήσει στα χέρια της, τον χάιδευε στην πλάτη.
— Μαζί Μοναχάκη, μαζί θα γηροκομήσομε.

Όταν έφυγε ο Μαστρο-Αποστόλης ο Κουμιώτης ν’ ανταμώσει τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του, το κομπόδεμα τ’ άφησε στον Μοναχάκη. «Ό,τι έχω και δεν έχω για το Μοναχάκη είναι. Τ’ άλλα τα παιδιά πήραν το δικό τους». Ο Μοναχάκης σαν πήρε το κομπόδεμα, κάμποσα κολονάτα, ξεμπαρκάρισε από τη μπομπάρδα του γαμπρού του, που ήταν τσαρμαρισμένος, λοστρόμος άξιος με τ’ όνομα, κι ένα πρωί μπαρκάρισε για τη Σκιάθο.
— Αφήνομε υγεία, είπε στο Κυρατσώ, την αδελφή του. Άλλαξα γνώμη. Πάω στο Σκιάθο να παντρευτώ.
Το Κυρατσώ ξαφνίστηκε. Δεν μπορούσε να καταλάβει. Στη Σκιάθο! Γιατί μαθές στη Σκιάθο; Χαθήκανε τα κορίτσια στη Σκόπελο;
— Δεν έχομε μαθές, Μοναχάκη, κορίτσια στο Σκόπελο; Οι Σκιαθίτισσες πλιο σου πήρανε την καρδιά σου;
Ο Μοναχάκης χαμογέλασε.
— Καλό και άξιο το Σκόπελο και τα κορίτσια του. Μα το ταίρι που θέλει ο Μοναχάκης δε βρίσκεται στο Σκόπελο.
Σα βγήκε στη Σκιάθο ο Μοναχάκης, η καρδιά του λα­χτάρησε. Κάτω στο καρνάγιο καμαρωτό και περήφανο, έτοιμο να πέσει στη θάλασσα, με την αρματωσιά του λεβέντικη στε­κότανε απάνω στα σκαριά, ένα καινούριο μπρίκι. Έλεγες πως ζητούσε να ξεφύγει μόνο του από τα σκαριά, να γλιστρήσει στο γιαλό και να σχίσει τη θάλασσα. Η καρδιά του Μοναχάκη λαχτάρησε.
— Να ’χω την ευχή του πατέρα μου! Να την η νύφη που μου πρέπει. Καλή και μπιστεμένη, άξια και όμορφη.
Μια και δυο κίνησε και πήγε στο σπίτι της Μαχούλας της αδελφής του. Ο γαμπρός του, ο πρώτος μάστορης στη Σκιάθο. Ο Μαστρο-Γιαλής με τ’ όνομα. Τα καλύτερα καράβια της Σκιάθος από τα χέρια του περάσανε — ο Μαστρο-Γιαλής με τα χρυσά τα χέρια. Η δόξα του στα πέλαγα τριγύριζε. Όταν λέγανε οι μαρνέροι, αγναντεύοντας στο πέλαγο, «σκιαθίτικο καράβι», κολλούσανε τα χείλια τους. Μαστρο-Γιαλής και πάλε Μαστρο-Γιαλής. Άλλος μάστορης σαν αυτόν δε στάθηκε. Χρυσά χέρια. Άνθρωπο μονάχα δεν μπορούσε να σκαρώσει με τα χέρια του. Ο Μοναχάκης μια και δυο στην αδελφή του. Τους βρήκε που τρώγανε ψωμί. Δεν ξέρανε τι να του κάνουν. Ο Μοναχάκης ο χαϊδεμένος, ο Μοναχάκης «ο μικρός», όπως τον έλεγαν, ο Μο­ναχάκης ο καλόγνωμος! Θυσία τα πάντα για τον Μοναχάκη. Σα φάγανε και ήπιανε, ο Μοναχάκης στριφογύρισε μια το κομπολόι στον αέρα.
— Κάτι θα σου πω, Γιαλή, είπε.
— Ό,τι θέλεις, Μοναχάκη. Χατίρι δικό σου δε χαλάει.
— Το μπρίκι που ’χεις στα σκαριά κάθισε στην καρδιά μου.
— Το καμαρώνω εγώ που το ’κανα, είπε ο Γιαλής. Πετυχη­μένο καράβι. Όλα δεξιά μου ήρθανε σε τούτο το καράβι. Δε βαρυγκώμησα μια στιγμή απάνω του. Ο κερεστές του τεφα­ρίκι· τα ξάρτια του βασιλικά· τα καρφιά του μαλαματένια. Λες και χλιμιντράει σαν το άτι απάνω στα σκαριά. Καμαρωτό σαν κοπέλα. Την ξέρεις την παραξενιά μου, καράβι δεν παίνεσα ως τα τώρα, που βγήκε από τα χέρια μου. Η καλύτερη κοπέλα της Σκιάθος δε βγαίνει μπροστά στην «Αθηνά».
— Άκουσε, Γιαλή, είπε ο Μοναχάκης, μετρώντας στοχα­στικά τις χάντρες του κομπολογιού του. Τήνε θέλω την «Αθηνά». Για ποιον την έχεις σκαρώσει;
Ο Γιαλής πετάχτηκε από το σκαμνί του.
— Έλα μαζί, Μοναχάκη. Τυχερό σου θα είναι. Πάμε να βρούμε τα παιδιά του Καπετάν-Τσοβού. Τον έχεις ακουστά τον Καπετάν-Τσοβό. Γι’ αυτόν την έχω σκαρωμένα. Ο Καπετάν-Τσοβός πέθανε τις προάλλες, στο τελευταίο του ταξίδι στην Οδέσσα, μέσα στο μεγάλο του το μπάρκο την «Ευαγγελίστρια». Πούντιασε και πέθανε. Τα παιδιά του το ’χουν ρίξει στο εμπόριο, δεν ανακατεύονται με τη θάλασσα. Μου φαίνεται πως θέλουν να τα ξεκάνουν τα καράβια.
Ο Μοναχάκης πετούσε από τη χαρά του.
— Καλότυχε Μοναχάκη, είπε η Μαχούλα, λες και θα πάρεις καμιά κοπέλα!
Ο Μοναχάκης χαμογέλασε.
— Κοπέλα μαθές. Η καλύτερη κοπέλα της Σκιάθος!....

.... Ανήμερα τ’ Αϊ-Γιαννιού η «Αθηνά», καμαρωτή και περήφανη, με γάπιες και παπαφίγκους, έβγαινε πρίμα από το λιμάνι για το πρώτο της ταξίδι. Καπετάνιος ο Μοναχάκης ο Κουμιώτης. Όλο το νησί είχε κατεβεί κάτω στο γιαλό. Ο Μαστρο-Γιαλής κάτω στην αμμουδιά κουνούσε το μεγάλο κόκ­κινο μαντήλι του.
— Ώρες καλές! Καλορίζικα, Μοναχάκη! Την καλύτερη κοπέλα της Σκιάθος εσύ την πήρες. Να ζήσετε και να γερά­σετε...
Δεν ήξερε τι έλεγε από τη χαρά του ο Μαστρο-Γιαλής. Τα μάτια του ήτανε δακρυσμένα και τα σκούπιζε με τη μεγάλη κόκκινη μαντήλα, σαν ν’ αποχαιρετούσε τα παιδιά του.
— Ώρα καλή, Μοναχάκη, ώρα καλή «Αθηνά»!
Σε λίγο, μόνο τα πανιά της «Αθηνάς» ασπρογυάλιζαν μα­κριά, στον πρωινόν ήλιο. Οι κοπέλες της Σκιάθος από τα παράθυρα και τις πεζούλες στα ψηλώματα, με τα ωραία μαλλιά, γυαλιστερά και κατάμαυρα από το χόχλο, με τα μαύρα παιχνι­διάρικα μάτια, κουνούσαν με γέλια τα μαντήλια, αποχαιρετών­τας τον καπετάνιο.
— Ο Μοναχάκης ο περήφανος μαθές που δε σήκωνε τα μάτια...

Τριάντα χρόνια — μια ζωή — κυβέρνησε ο Καπετάν-Μοναχάκης την «Αθηνά». Ο Καπετάν-Μοναχάκης πάντα άξιος και καλόγνωμνος, η «Αθηνά» πάντα καλοθάλασση και προκομμένη. Ούτε αδέρφια, ούτε συγγενείς. Η «Αθηνά» και πάλε η «Αθηνά». Πάντα ταξίδια, πάντα φουρτούνες. Τον Μοναχάκη δεν τον σήκωνε το λιμάνι. Σαν καθότανε μια βδομάδα στο λι­μάνι ο Μοναχάκης αρχίζανε να τον τρων τα νύχια του.
— Με μαράζωσε η στεριά, βρε παιδιά. Δε βαστώ, θα σαλπάρω.
Ναύλο είχε, ναύλο δεν είχε, δε λογάριαζε.
— Εγώ θα του δώσω, κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει, έλεγε. Η «Αθηνά» άρχισε να παραπονεύεται. Δεν τη σηκώνει το λιμάνι. Γερόντισσα μα παλικάρι, σαν τον καπετάνιο της.
Οι αδερφάδες του, τ’ ανίψια του, τα ξαδέρφια του — δώδεκα παιδιά είχε κάνει ο μακαρίτης ο Μαστρο-Αποστόλης ο Κουμιώτης, ο πατέρας του, με τη μακαρίτισσα το Μοσχαδώ τη γυναίκα του — ένα σόι τρικούβερτο, τον σταύρωναν.
— Σε καλό σου, Μοναχάκη... Κάτσε να κάνομε Λαμπρή μαζί, κάτσε να κάνομε Χριστούγεννα.
Αυτός τίποτε.
— Τι με θέλετ’ εμένα; Δόξα σοι ο Θεός, ένα τσούρμο παιδιά και θυγατέρες έχετε. Τι με θέλετ’ εμένα;
Και πάντα στο καράβι. Εκεί να φάει, εκεί να κοιμηθεί. Καμιά φορά ξεγελιόταν κι έτρωγε ψωμί με τους δικούς του. Στα καρφιά καθότανε.
— Στρώσε να κοιμηθείς, Μοναχάκη. Μέλι μαθές έχει το καράβι; Νύχτα ώρα, σκοτάδι, πού θα πας, χριστιανέ μ’ στο λιμάνι; Γέρος άνθρωπος είσαι· θα πέσεις να τσακιστείς.
Αυτός τίποτε.
— Η γριά περιμένει. Καλή σας νύχτα... κι έφευγε. Η αδερφή του η μεγάλη, το Κυρατσώ, τον πείραζε.
— Καλά έκανες και δεν παντρεύτηκες, Μοναχάκη. Θα σε χώριζε η γυναίκα σου...
Στον καφενέ το ίδιο. Κάτω στο γιαλό ήταν ο καφενές του Καπετάν-Πεφάνη. Μια φορά, στον καλό καιρό, ήτανε ανεμό­μυλος. Με τον καιρό ρήμαξε, άρχισε να γκρεμίζεται, και μόνο τα πινά του έστεκαν ακόμα, σα μαδημένες φτερούγες, που γύ­ριζαν ανώφελα και λυπητερά, σα φυσούσε δυνατός αέρας απάνω από το χάλασμα. Ο Καπετάν-Πεφάνης, σαν τσάκισε κανένα δυο γολέτες κι άλλα τόσα μπρίκια, τσάκισε κι αυτός στο τέ­λος, πρήστηκαν τα πόδια του, πέρασε από την Επιτροπή, εί­δαν κι οι γιατροί τα χάλια του και τον λυπήθηκαν — πήρε τη σύνταξή του. Κι από καπετάνιος έγινε καφετζής στον ανεμό­μυλο. Στον καφενέ του μαζευόντουσαν όλα τα γεροντάκια, όλοι οι καραβοτσακισμένοι. Πίνανε τον ναργιλέ τους και τρίβανε τους ρεματισμούς τους, θυμάμενοι τα παλιά τους. Ο Καπε­τάν-Πεφάνης έφκιανε και κάτι μπλάστρια για τους πόνους, με λιβάνι και τρεμεντίνα, ένα κι ένα για τους ρεματισμούς. Κι από τότε που ’βαλε μπροστά την καινούργια τέχνη, οι δουλειές του πήγαιναν καλά. Πουλούσε περισσότερα μπλάστρια από κα­φέδες και λουκούμια. Ο Καπετάν-Μοναχάκης, όταν τύχαινε στο λιμάνι, κατέβαινε τ’ απομεσήμερο στον καφενέ να φουμάρει τον ναργιλέ και ν’ ανταμώσει τον ξάδερφό του τον Γιαννιό τον Με­λιγκόνη. Μελιγκόνης ήταν το παρατσούκλι του, γιατί παραπα­τούσε πάντα σαν τον μέρμηγκα, πιωμένος από το πρωί ως το βράδυ. Ωστόσο τον αγαπούσε ο Καπετάν-Μοναχάκης και τον έκανε χάζι. Ο Γιαννιός το ίδιο. Σαν τον έβλεπε και κατέ­βαινε, άρχιζε τα χωρατά.
— Ακόμα εδώ είσαι, Μοναχάκη; Παρακάθισες. Πότε θα σαλπάρεις;
— Δε μας σηκώνει η στεριά, Γερο-Μελιγκόνη. Όσο βα­στάμε θα ταξιδεύομε;
Ο Γιαννιός τον πείραζε πάλι.
— Γέρασες, Καπετάν-Μοναχάκη, και δεν το κατάλαβες. Με τα μπλάστρια του Καπετάν-Πεφάνη πολεμάς να βασταχτείς.
Αλήθεια εδώ και λίγα χρόνια ο Μοναχάκης είχε αρχίσει να κάνει πούληση του Καπετάν-Πεφάνη.
— Δίκιο έχεις, Μελιγκόνη, έλεγε ο Μοναχάκης. Τα γερά­ματα μας πλάκωσαν κι εμένα και την «Αθηνά». Και οι δυο με τα μπλάστρια βαστιόμαστε. Μα τι το θέλεις; Δε μας ση­κώνει η στεριά.
Και καθότανε στα καρφιά. Χρόνια τώρα αυτή η δουλειά. Πού τον είδες πού τον έχασες τον Καπετάν-Μοναχάκη! Φουμάριζε τον ναργιλέ του και το νου του στο καράβι. Όξω χα­λούσε ο Θεός τον κόσμο, ο άνεμος ξερίζωνε τα δέντρα, η θάλασσα έβραζε όξω, ο Μοναχάκης χαμπάρι.
— Αφήνομε υγεία, ξάδερφε. Καιρός να σαλπάρομε.
Ο Μελιγκόνης έκανε το σταυρό του.
— Έλα Χριστέ και Παναγιά. Βρήκες πάλι τον καιρό να ταξιδέψεις, με την ισημερία!
Ο Καπετάν-Μοναχάκης τίποτε. Δεν είχε βαστημούς. Χα­λασμός κόσμου όξω, μπουρίνι, νεροποντή, σκοτεινιά. Ο Μο­ναχάκης σαλπάριζε...
Όταν καμιά φορά τον έβλεπαν και γύριζε ύστερ’ από μήνες, τα γεροντάκια έκαναν τον σταυρό τους κάτω στον κα­φενέ.
— Γερο-Μελιγκόνη, καλώς τα δέχτηκες! Το μπρίκι του ξαδέρφου σου.
Ο Μελιγκόνης κουνούσε το κεφάλι του.
— Τι να σας πω; Έχει μέρες ο Μοναχάκης. Σαν έχεις μέρες, στη φωτιά να πέσεις θα γλιτώσεις.
Ο Καπετάν-Μοναχάκης κατέβαινε πάλι στον καφενέ. Ο Γερο-Μελιγκόνης άρχιζε πάλι.
— Γέρασες, Καπετάν-Μοναχάκη, και γνώση δεν έβαλες.
— Ας είναι καλά τα μπλάστρια του καπετάν-Πεφάνη. Μπλά­στρια εγώ και μπλάστρια η «Αθηνά» καλά βαστιόμαστε για την ώρα. Είμαστε τώρα και οι δυο φρεσκοπαλαμισμένοι. Την παλάμισα την «Αθηνά» στο Σκιάθο, με παλάμισε κι εμένα ο Γερμανός ο γιατρός μ’ ένα σπίρτο σ’ όλους τους αρμούς, και ξανανιώσαμε. Ταχιά πάλε σας αφήνομε υγεία.
Και πάλι σάλπα ο Μοναχάκης.
— Τριάντα χρόνια, μια ζωή! αυτή η δουλειά γίνεται, έλεγε στον καφενέ ο Γερο-Μελιγκόνης. Ήμουν νιος και γέ­ρασα, θαλασσοπνίγηκα, τσακίστηκα, παντρεύτηκα και χήρεψα, παιδιά έκανα και παιδιά έθαψα, τρία καράβια πέρασαν από τα χέρια μου και πάνε κατά διαβόλου, σπίτια είχα και σπίτια ξέκανα, ελιές είχα και ξεράθηκαν, ζωντανά και ψόφησαν, και ο Μοναχάκης Μοναχάκης και η «Αθηνά» «Αθηνά». Δόξα να ’χει ο Θεός! Να ζήσουνε και να γεράσουνε!

Τριάντα χρόνια παλέψανε με το χάρο ο Καπετάν-Μοναχάκης με την «Αθηνά». Μαζί περάσανε φουρτούνες και μπουνάτσες, ημέρες καλές και μαύρες ημέρες. Μια ζωή ουρανό και θά­λασσα. Χίλιες φορές άνοιξε το κύμα να τους καταπιεί και χίλιες φορές χαιρέτησαν με λαχτάρα τα λιμάνια. Κόσμο και ντουνιά γυρίσανε μαζί. Μπόρες και νεροποντές, κάλμες και καταχνιές, αστροπελέκια και σίφουνες, όλα μαζί τα πέρασαν. Των τράκων οι λαχτάρες και της ξέρας τα παραμονέματα και της φωτιάς η τρεμούλα μαζί τους γέρασαν. Η ξενιτιά μαζί τους μάρανε και η πατρίδα μαζί τους καλωσόρισε. Τριάντα χρόνια μια ζωή! Κι έλεγε καμιά φορά, ολόρθος, πίσω στο κάσαρο, ο Καπε­τάν-Μοναχάκης στριφογυρίζοντας στον αέρα το κομπολόγι του και μασώντας το μουστάκι του:
— Αγάντα, καημένη Αθηνά. Μαζί γεράσαμε, μαζί θα πεθάνομε.
Και η «Αθηνά», σκαμπανεβάζοντας στο κύμα, αναστέναζε από τα τρίσβαθα των, αρμών της.
— Μαζί θα πεθάνομε, Μοναχάκη.
Σιγά σιγά τους πλάκωσαν τα γεράματα. Στο τελευταίο τα­ξίδι στη Μαρσίλια, ο Μοναχάκης αρρώστησε. Τον βγάλανε όξω στα σπιτάλια. Οι γιατροί του είπαν να μείνει λίγον καιρό να κοιταχθεί. Ο Μοναχάκης δεν τ’ άκουε αυτά. «Την Αθηνά δεν την αφήνω σε ξένα χέρια», έλεγε. Άμα καλυτέρεψε λιγάκι, του ’δωκε δρόμο. Σαλπάρισε για την πατρίδα. Αφήνανε τη Μαρ­σίλια με καλόν καιρό. Απόξω από το Σπαρτιβέντο ο καιρός άρχισε να χαλάει τα μούτρα του. Το γύρισε στη νοτιά. Στην αρχή ο σορόκος αδύνατος με κουφοθάλασσα. Όσο πήγαινε άρ­χισε να δυναμώνει. Η «Αθηνά» ταξίδευε παλικαρίσια με τις κάτω γάπιες, καβαλίκευε το κύμα σαν άτι. Ο καιρός όλο και δυνάμωνε. Την άλλη μέρα η σοροκάδα έγινε με τα όλα της φωτιά. Ένα μπάρκο και μια γολέτα Γαλαξειδιώτικη, που τους ακολουθούσαν, του ’δωκαν στα πρίμα, πόδισαν. Ο λοστρόμος άρχισε να τα χρειάζεται.
— Καπετάνιο, η γολέτα και το μπάρκο, πρωτοτάξιδο μπάρκο! του ’δωκαν, πάνε.
Ο Καπετάν-Μοναχάκης ακουμπισμένος πάντα πίσω στην κουπαστή, με τα μάτια καρφωμένα στο πέλαγο σαν να μετρούσε ένα ένα τα κύματα να τελειώσουν: «πάει και τούτο, πέρασε κι αυτό», τα κύματα τα ατέλειωτα, που καταποδιαστά το ένα κυνηγούσε το άλλο, ξαφνίστηκε απ’ τη φωνή του λοστρόμου, σαν να του χαλούσε το μέτρημα. Γύρισε και τον κοίταξε.
— Τη δουλειά σου! είπε.
Ο λοστρόμος έσκυψε το κεφάλι και τράβηξε στην πλώρη, γλιστρώντας απάνω στα νερά, που βρέχανε την κουβέρτα, από σχοινί σε σχοινί, να βασταχτεί από το μπότζι. Τσιμουδιά δεν είπε. Μουρμούρισε μονάχα από μέσα του, σαλτάροντας χωρίς να το θέλει:
— Τη δουλειά μου;… τη δουλειά μου.
Όλη τη νύχτα το βάστηξαν έτσι, με τις κάτω γάπιες, πα­λεύοντας με το κύμα και το σκοτάδι. Ο Καπετάν-Μοναχάκης στη θέση του μουσκεμένος ως το μεδούλι, ροκανίζοντας καμιά γαλέτα στο πόδι, άγρυπνος τώρα δυο νύχτες. Τα κόκαλά του αρχίνησαν να τον πονούν. Κάθε τόσο κατέβαζε τα χέρια του ξαφνικά, σαν να τον τρυπούσαν με καρφιά, κι έτριβε μαλακά μαλακά τα μεριά και τα γόνατα.
— Δεν πας να γύρεις λίγο, καπετάνιο; Θ’ αρρωστήσεις, του είπε ο τιμονιέρης ένα δυο φορές.
— Δεν έχω ανάγκη, παιδί μου. Έννοια σου, βαστάω ακόμα» έλεγε ο Καπετάν-Μοναχάκης.
Την άλλη μέρα το πρωί ο καιρός έγινε ξόδι. Ο Καπετάν-Μοναχάκης φώναξε το λοστρόμο.
— Άκουσε, Γιαννιό! Ο λοστρόμος έτρεξε.
— Να μαζέψομε τ’ άλλα τα πανιά... Με την τουρκετίνα, αμπάσσο μούδα τη γάπια και τη μπούμα θα το κρατήσομε τραβέρσο. Τραβέρσο, να ιδούμε ως πότε θα φυσάει ο διαλόκαιρος!…
Ο λοστρόμος τράβηξε, σαλτάροντας άθελα από το μπότζι, κατά την πλώρη. Οι ναύτες τρέξανε στους στίγκους, άλλοι στα μαντάρια και στα μπράτσα. Η φωνή του λοστρόμου πνιγό­τανε μες στη βοή του άνεμου. Οι ναύτες είδαν κι έπαθαν να μαζέψουν τα πανιά, με την ψυχή στα δόντια. Τέτοιο λυσσασμένον καιρό, χρόνια είχε να ιδεί ο Καπετάν-Μοναχάκης μήνα Σεπτέμβριο. Η θάλασσα βουνό. Ο λοστρόμος ακουμπισμένος αριστερά στην κουπαστή, γαντζωμένος από ένα σχοινί, μια έβλεπε τη θάλασσα και μια τον Καπετάν-Μοναχάκη και κουνούσε το κεφάλι του. Το κρατούσανε τραβέρσο. Ο Μοναχά­κης από το κάσαρο κοίταζε στο πέλαγο, σαν να μετρούσε ακόμα τα κύματα ένα ένα, περιμένοντας το τελευταίο. Το ένα πιο βουνό από τ’ άλλο. Πλάκωναν σα θερία λυσσασμένα. Ο καπετάν Μοναχάκης έριχνε πού και πού μια λοξή ματιά στον τιμονιέρη, που ζητούσε να φυλάξει κάθε κύμα που πλάκωνε. Ο τιμονιέ­ρης, γεροντάκι και αυτός μα γερό κόκαλο, στεκότανε ακούνητος σαν κολώνα, απίκου, προσμένοντας το κύμα, έτοιμος να ορτσάρει ή να το ποδίσει. Εκεί, τραβέρσο το κρατούσανε … Βόηθα, Παναγία μου! Η. «Αθηνά» σηκωνότανε σαν άτι αφρισμένο, σούζα, και καθώς έπεφτε να βουτήσει πάλι, γκοπ! έλεγες πως έπεφτε απάνω σε βράχο. Τώρα θ’ ανοίξει, να κοπεί σε δύο, έλεγες. Οι αρμοί της τρίζανε τρομακτικά στο σκαμπα­νέβασμα, όλο το καράβι βογκούσε σα θεριό λαβωμένο.
— Αγάντα, καημένη Αθηνά. Παλικάρι σαν πάντα …
Είπε ο Καπετάν-Μοναχάκης με μια φωνή σβησμένη, σαν να μιλούσε από μέσα του. Η αλήθεια ήταν πως δε βαστούσε πια κι αυτός. Έκαμε να το κρύψει, έκανε να δείξει κουράγιο, μα δε βαστούσε. Η αγρύπνια, το μούσκεμα, η νηστεία τον εί­χαν γονατίσει. Οι ρεματισμοί σήκωσαν κεφάλι. Καθώς στεκό­τανε πίσω στο κάσαρο με το ψηλό του κορμί τσακισμένο σε δύο, τ’ άσπρα μαλλιά και τα λίγα ψαρά γένια ανακατωμένα από τον άνεμο, με τα μάτια βαθουλωτά και σκαμμένα ολοτρόγυρα, με τα σαγόνια σφιγμένα από τον πόνο, ένοιωσε κάποιο βαθύ περόνιασμα στα κόκαλα. Χλωμός σαν το αγιοκέρι δεν ήταν πια ο Καπετάν-Μοναχάκης. Αγνώριστος. Το καταλάβαινε και μονά­χος του. «Πάει σωθήκανε τα ψέματα. Αν δε μας φάει η θά­λασσα τούτη τη φορά, θα μας φάει το στρώμα», είπε από μέσα του...
Παναγιά, βόηθα! Ένα κύμα θεόρατο στυλώθηκε μπροστά σα βουνό κι έκρυψε τον ουρανό. Η ψυχή στα δόντια ολονών. Η «Αθηνά» πετάχτηκε σαν καρυδόφλουδο στα μισούρανα, έγειρε με τα πανιά γεμάτα κι επλάγιασε με την μπάντα. Και ύστερα βουτιά. Μα τι βουτιά, Παναγία μου! Καταπιόνας άνοιξε η θάλασσα να την ρουφήξει. Με τα μούτρα κάτω στα τρίσβαθα. Ένα γκοπ! τρομακτικό ακούστηκε, το καράβι σεί­στηκε συθέμελο και οι αρμοί του σαν να γινόντανε χίλια κομ­μάτια, τρίξανε με μιας από πλώρη σε πρύμη, από κουβέρτα σε καρένα, ένα τρίξιμο χαμού. Πρώτη φορά τα χρειάστηκε ο Κα­πετάν-Μοναχάκης. Έδωκε ο Θεός και δεν κοιμήθηκε το κα­ράβι. Δεύτερο κύμα ζωντανό χύθηκε από τη μάσκα κι έλουσε πρίμα πλώρα το καράβι. Ο λοστρόμος αρπάχτηκε απ’ την αρμαδούρα· λίγο και τον έπαιρνε η θάλασσα. — Όρτσα! φώ­ναξε στον τιμονιέρη μουσκεμένος. Η «Αθηνά» τινάχτηκε πάλι σαν παλικάρι. Σακατεμένη ετούτη τη φορά. Ο Καπετάν-Μοναχάκης το καταλάβαινε. Οι πόνοι τον σουβλούσαν κι αυ­τόν σαν καρφιά.
— Πάει, κι οι δυο σακατευτήκαμε, είπε τρίβοντας τη μέση του. Σώθηκαν τα ψέματα. Ο Θεός να βάλει το χέρι του.
Από το αμπάρι άξαφνα πρόβαλε ένα κεφάλι με γουρλω­μένα μάτια. Πετάχτηκε στην κουβέρτα, έκανε δυο σάλτους επι­δέξια κι από σχοινί σε σχοινί, έφθασε στην πρύμη. Ήταν ο Γερο-Φλώκος, ο Αμίλητος. Ψηλός, ξερακιανός, σκεβρωμένος, ξεδοντιάρης, με μια μύτη που κατέβαινε σαν αγκίστρι ως το στόμα, με μεγάλα άγρια φρύδια, αξούριστος πάντα με τα γέ­νια σαν καρφιά, είχε μάτια γαλανά και ήμερα μέσα στην αγριάδα του προσώπου του. Ο Καπετάν-Μοναχάκης τον αγα­πούσε χωριστά, γιατί δεν έβγαζε ποτέ τσιμουδιά από το στόμα του. «Μέρα, μέρα. Νύχτα, νύχτα». Ο Γερο-Φλώκος τα είχε σα χαμένα τούτη τη φορά.
— Μας πήρανε τα νερά, καπετάνιο. Ένα μπόι νερό. Γκουπ και γκουπ το σκαμπανέβασμα, μας σακάτεψε.
Και στάθηκε χωρίς να πει άλλο λόγο. Ο Καπετάν-Μοναχάκης συλλογίστηκε.
— Φλώκο παιδί μου, έλα στο τιμόνι να σκαντσάρεις τον τιμονιέρη. Εγώ θα κατεβώ να ιδώ τι γίνεται, κι ας ετοιμάσουν την τρούμπα.
Προχώρησε με κόπο. Οι πόνοι τον έσφαζαν. Κομματιασμέ­νος σε δυο. Σε λίγο ήρθε πάλι απάνω. Μόλις βαστούσε στα πόδια του. Έκανε να πέσει κάτω να σωριαστεί.
— Δε βαστάω πια. Θα πάω να γύρω λίγο.
Ο λοστρόμος άρπαξε τη ρόδα του τιμονιού, από τα χέρια του Γερο-Φλώκου.
— Γερο-Φλώκο, δώσ’ ένα χέρι να βοηθήσεις τον καπετάνιο να κατεβεί.
Ο Γερο-Φλώκος με τα κοκαλιάρικα μα δυνατά του χέρια άρπαξε τον καπετάνιο από τη μέση.
— Βαστάξου απάνω μου, καπετάνιο. Έννοια σου.
Και κατέβαιναν. Οι αρμοί της «Αθηνάς» έτριξαν στο σκαμ­πανέβασμα, ο καπετάνιος βογκούσε.
— Βόγκα συ και βόγκα γω, είπε ο Μοναχάκης στενάζον­τας, ο Θεός να βάλει το χέρι του με τούτη τη σοροκάδα.
Δεν είχε γύρει ακόμα στην κουκέτα του κι ένα κρακ δυνατό ακούστηκε απ’ την κουβέρτα, σα σπάσιμο αλυσίδας.
— Φλώκο παιδί μου, στην κουβέρτα γλήγορα. Μας έσπασε το τιμόνι.
Ο Φλώκος μια και δυο βρέθηκε απάνω.
— Τα παλάγκα στο διάκι γλήγορα, είπε ο λοστρόμος.
Αρπάξανε αμέσως τα παλάγκα με τον Φλώκο και τα ’βαλαν στη θέση τους. Δόξα σοι ο Θεός! Μια στιγμή έμεινε μονάχα ακυβέρνητο το καράβι και καθώς έπαιζε το τιμόνι, το διάκι χτύπησε το λοστρόμο στην πλάτη. Πόνεσε δυνατά, κι άρχισε να μουρμουρίζει:
— Και τώρα πού να ποδίσεις; Πού να ποδίσεις, δε μου λες;
Ο λοστρόμος όσο έβλεπε τον καιρό να βαστά το χαβά του και άκουε την τρούμπα που πολεμούσε να προφτάσει τα νερά και τα τριξίματα του καραβιού στο σκαμπανέβασμα μουρ­μούριζε ολοένα, δυνατά τώρα, μιλώντας στον Γερο-Φλώκο:
— Έλα, Χριστέ και Παναγιά, με τούτο το κακό βρε μάτια μου, Φλώκο, κατάλαβες πως αυτός ο χριστιανός βάλθηκε να μας πνίξει;
Ο Γερο-Φλώκος τσιμουδιά. Τραβούσε μοναχά την άκρη της μύτης του με τα δυο του δάκτυλα, σαν να ήθελε να την κατεβάσει περισσότερο, να τη χώση στο στόμα του.
Ο λοστρόμος άφριζε από το κακό του.
— Βρε Φλώκο, παιδί μου, τη μύτη σου τραβάς; Εμείς χανόμαστε κι εσύ το χαβά σου; Βρε κατάλαβες πως χανόμα­στε; Και πού να ποδίσεις τώρα, δε μου λες πού να ποδίσεις!
Ο Γερο-Φλώκος τσιμουδιά. Δώσ’ του και τη μύτη του. Την τραβούσε να τη βάλει στο στόμα.
— Βρε καράβια θεριά του ’δωκαν, βρε μπάρκα πρωτοτάξιδα ποδίσανε, κι εμείς πού πάμε δε μου λες; Βρε πανί δε φαίνεται στο πέλαγο, βαπόρια δεν ξεμυτίζουν να ταξιδέψουν κι εμείς μωρέ, που βαστιόμαστε με τα μπλάστρια, πού πάμε δε μου λες;
Ο Γερο-Φλώκος τσιμουδιά. Δώσ’ του και τη μύτη του.
— Ο Θεός να με συχωρέσει. Μα εδώ και λίγα χρόνια ο Καπετάν-Μοναχάκης μου φαίνεται πως πάει γυρεύοντας για πνί­ξιμο. Να το δεις, Γερο-Φλώκο. Τώρα που τον πήραν τα γερά­ματα και τον σφίξαν οι ρεματισμοί, κάλλιο το ’χει να πάει στο φούντο με την «Αθηνά» παρά να δει άλλον καπετάνιο σ’ αυτό το σαπιοκάραβο. Ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, μα πάω να χάσω το μυαλό μου μ’ αυτόν τον άνθρωπο.
Ο Γερο-Φλώκος τσιμουδιά. Είχε ακούσει πολλά παράξενα στη ζωή του. Έπιασε πάλι την άκρη της μύτης του και την τραβούσε να την κατεβάσει στο στόμα, κοιτάζοντας το πέλαγο.
Όλη τη νύχτα κι όλη την ημέρα το κρατήσανε τραβέρσο με την τουρκετίνα, αμπάσσο μούδα τη γάπια και τη μπούμα. Η τρούμπα δούλευε αδιάκοπα. Ο καπετάνιος δε ματαφάνηκε στην κουβέρτα. Κάπου κάπου τα βογκητά του έφθαναν ως απάνω Πονούσε δυνατά. Ο Γερο-Φλώκος κατέβαινε πού και πού κι έριχνε μια ματιά, μήπως γύρευε τίποτε. Όλο και νερό έπινε. Τον έκαιγε η θέρμη.
Τη νύχτα άρχισε να ξαστερώνει κατά τη Δύση.
— Τα είδες; είπε ο Γερο-Φλώκος στο λοστρόμο. Ο πουνέντες ξαστέρωσε.
Κι έτρεξε να δώσει τα συχαρίκια στον καπετάνιο.
Κατά τα ξημερώματα φύσηξε πουνέντες. Η θάλασσα της νοτιάς άρχισε να πέφτει σιγά σιγά. Έδωκε ο Θεός και τη σκαπουλάρισαν.
— Απ’ του Χάρου τα δόντια, είπε ο λοστρόμος.
— Τώρα ν’ αφήσουμε την «Αθηνά» και να πιάσομε τον Μοναχάκη, είπε ο Γερο-Φλώκος.
Τον πονούσε η ψυχή του. Έβαλε όλα τα γιατροσόφια του κάτω, μα του κάκου. Τον Μοναχάκη τον έψηνε η θέρμη στο στρώμα. Οι πόνοι τον έσφαζαν.

… Σε πέντε ημέρες, Κυριακή ημέρα, το απομεσήμερο, ρίχνανε την άγκυρα στην πατρίδα.
Στον καφενέ του Καπετάν-Πεφάνη το δειλινό πάντα μαζεμένα τα γεροντάκια. Τις Κυριακές δεν έλειπε κανένας. Ήταν και η μέρα του βαποριού. Κάθε οκτώ και κάποτε κάθε δεκα­πέντε έπιανε το βαπόρι του Βόλου. Κατά τον καιρό. Κάποτε περνούσε και μήνας που δεν έβλεπαν βαπόρι. Εκείνη την Κυ­ριακή το περίμεναν χωρίς άλλο. Η θάλασσα ήταν λάδι. Τα γεροντάκια απόξω από τον καφενέ, άλλοι στις πεζούλες, άλλοι μετά σκαμνιά τους κοίταζαν το πέλαγο. Ο Καπετάν-Πεφάνης από μέσα από τον καφενέ, ανεβασμένος σ’ ένα σκαμνί άπλωνε τα μπλάστρια να στεγνώσουν απάνω στους σπάγκους που είχε περασμένους από τον ένα τοίχο στον άλλο. Άξαφνα δυο παιδιά πέρασαν τρεχάλα σαν αστραπή ποιο να πρωτοφτάσει κάτω στους καφενέδες.
— Το βαπόρι, το βαπόρι.
Ο Γέρο Μελιγκόνης, πρώτος πάντα να μάθει τα νέα και να διαβάσει την εφημερίδα, πετάχτηκε από το σκαμνί του.
— Να το, φάνηκε! Να ιδούμε τι νέα μας φέρνει ο «ατμός». Το βαπόρι φάνηκε τώρα καθαρά στη μπούκα του λι­μανιού. Ο κόσμος έτρεχε κάτω στη σκάλα, οι βάρκες ξεκινού­σαν γεμάτες μπαούλα και κοφίνια.
Ο Μελιγκόνης ξαφνιάστηκε.
— Κάτι τραβάει μαθές πίσω το βαπόρι. Ένα μπρίκι. Το σκαρί του απαράλλαχτο το μπρίκι του Μοναχάκη.
— Αυτό είναι, δεν το βλέπεις μαθές; είπε ο Πεφάνης, αφού κρέμασε και το τελευταίο μπλάστρι. Όλο κι όλο.
Τ’ άλλα γεροντάκια κοίταζαν μα δεν ξεχώριζαν.
— Αυτό είναι, είπε πάλι ο Πεφάνης. Θέλει και ρώτημα; Κάποια ζημία θα ’παθε. Δεν το βλέπεις πως είναι σαν καραβοτσακισμένο, γδαρμένο από όλες τις μεριές, αγνώριστο. Η «Αθηνά» του Μοναχάκη.
Ο Γιαννιός ο Μελιγκόνης τα χρειάστηκε. —Φέρε μας ένα ρούμι, Πεφάνη. Θα πεταχτώ να ιδώ τι γί­νεται.
Το βαπόρι έστριψε σιγά σιγά, έλυσε το μπρίκι και στά­θηκε στον ατμό, σφυρίζοντας. Το μπρίκι τράβηξε ίσα κατά το μύλο, με το δρόμο, που είχε, και βιάστηκε να ρίξει και τις δυο άγκυρες. Ένα νερόχιονο άρχισε να πέφτει και με το βασίλεμα το κρύο εσπούριζε. Ο Μελιγκόνης τράβηξε το ρούμι του, έτριψε τα χέρια του δυνατά και πετάχτηκε να φύγει.
— Θα πεταχτώ να ιδώ τι γίνεται. Έκαμε να τραβήξει μπροστά και στάθηκε.
— Πεφάνη! Πεφάνη!
Και στάθηκε σα χαζός. Ο Πεφάνης πετάχτηκε από το μα­γαζί. Τα γεροντάκια τινάχτηκαν απάνω, ξαφνισμένα, απ’ τη φωνή του Μελιγκόνη. Στάθηκαν όλοι και κοίταζαν. Δεξιά στη σκάλα του μπρικιού ήλθε η σκαμπαβία με δυο παιδιά..
Απάνω στη σκάλα ένα παράξενο πράμα φάνηκε. Σαν άνθρω­πος που κρατούσε ένα μεγάλο μπόγο κόκκινο στην πλάτη του. Έπειτα ο άνθρωπος αυτός— ξεχώριζε τώρα, ένα ψηλό, ξερα­κιανό γεροντάκι — με τον κόκκινο μπόγο στην πλάτη, επιάστηκε με προσοχή από τα σχοινιά της ανεμόσκαλας και άρχισε να κατεβαίνει με κόπο. Από πάνω ήσαν άλλοι μαζεμένοι. Ο ψηλός άνθρωπος με τον μπόγο κατέβηκε σιγά σιγά τα σκαλιά και πάτησε τη βάρκα. Ο κόκκινος μπόγος κουνήθηκε. Τώρα άρ­χιζε να ξεχωρίζει σαν άνθρωπος. Φάνηκε το κεφάλι του, τα χέ­ρια του, τα πόδια. Ένας άνθρωπος, κουβαριασμένος, γαντζω­μένος από το λαιμό του ψηλού ανθρώπου, κουκουλωμένος με μια κόκκινη τσέργα. Ο ναύτης, που ήταν στη βάρκα, άφησε τα κουπιά, σήκωσε την τσέργα από τον άνθρωπο, που ήταν καβάλα, και την έστρωσε κάτω. Κατέβηκαν και οι άλλοι από πάνω. Έπιασαν με προσοχή τον άνθρωπο, που ήταν κουβα­ριασμένος απάνω στο λαιμό του ψηλού ανθρώπου, και τον ακούμπησαν στη βάρκα. Τον κουκούλωσαν με την τσέργα και κάθισαν σκυμμένοι από πάνω του. Τα δυο παιδιά έπιασαν τα κουπιά, αβαράρισαν από το μπρίκι και άρχισαν να λάμνουν. Η βάρκα ερχότανε κατά το μέρος του καφενέ.
Ο Μελιγκόνης, ο Πεφάνης και τα γεροντάκια κοίταζαν, ακούνητοι, καρφωμένοι, αμίλητοι, τη βάρκα που ζύγωνε.
— Ο Μοναχάκης!
Φώναξε πρώτος ο Μελιγκόνης με πιασμένη φωνή.
— Ο Μοναχάκης! Το Μοναχάκη βγάζουν... Ο Μοναχά­κης ανήμπορος! Καλότυχε Μοναχάκη, τι κακό σου ήρθε;
Και σαλτάρησε στον άμμο. Η βάρκα είχε ζυγώσει. Έτρε­ξαν κι οι άλλοι από πίσω.
— Καλώς ορίσατε! Τι τρέχει μαθές!
— Τον καπετάνιο έχουμε ανήμπορο... ακούστηκε μια φωνή από τη βάρκα.
— Βαριά; ρώτησε πάλι ο Μελιγκόνης.
_ Δεν είναι τίποτα! αποκρίθηκε μασημένα μια φωνή από τη βάρκα. Μη σκιάζεσθε. Κρύωσε και πιάστηκαν τα πόδια του μαθές.
Ο Μελιγκόνης ησύχασε.
— Δόξα να ’χει ο Θεός! Περαστικά ας είναι. Σας τράβηξε τα βαπόρι μαθές; Τι πάθατε;
— Μας είχε καρφωμένους το καραντί όξω από την Αλόννησο. Σαν πέρασε το βαπόρι, κάναμε σινιάλο και μας ζύ­γωσε. Είπαμε πως έχουμε άρρωστο μέσα και μας τράβηξε.
Η βάρκα είχε ζυγώσει στην αμμουδιά. Την κάθισαν στην άμμο με την πλώρη. Ο Γερο-Φλώκος έπιασε δυο μούδες τα βρακιά του και πήδησε στο γιαλό, θαλασσωμένος ως τα γόνατα. Ο λοστρόμος με τους άλλους ναύτες σήκωσαν σιγά σιγά τον καπετάνιο και τον φόρτωσαν στον ώμο του Γερο-Φλώκου, ρί­χνοντας του απάνω την κόκκινη τσέργα. Ο Μοναχάκης βογκούσε: «Αγάλια! αγάλια παιδιά! αγάλια και πονώ». Και πιά­στηκε από το λαιμό του ναύτη.
— Στο Κυρατσώ, καπετάνιο, να σε πάω στο Κυρατσώ την αδερφή σου, που ’ναι σιμά το σπίτι.
— Κουράγιο, Μοναχάκη. Δεν έχεις τίποτε. Κρύο είναι, θα περάσει... είπε ο Μελιγκόνης χλωμός σαν τη λαμπάδα· τον αγ­κάλιασε και τον φίλησε.
— Δεν μπορώ, Γερο-Μελιγκόνη, με σφάζει. Ακουμπήστε με να ξανασάνω. Τα πόδια μου σα σκουριασμένα σίδερα τα νοιώθω.

Τον ακούμπησαν στην αμμουδιά, Ο Γερο-Φλώκος τον κρα­τούσε στην αγκαλιά του, οι άλλοι από πάνω του. Το νερόχιονο έπεφτε.
— Κουράγιο, Μοναχάκη, δεν είναι τίποτε. Κρύο είναι, θα περάσει.
Αντίκρυ, μέσα στη σκιά που άπλωνε στα νερά το βουνό του Πρόδρομου, η «Αθηνά» σάλευε παραπονετικά. Ο Μοναχάκης κουβαριασμένος απάνω στην άμμο, μέσα στην αγ­καλιά του Γερο-Φλώκου, μ’ ένα ροχαλητό που έβγαινε από το στήθος του, σήκωσε το κεφάλι του με κόπο και κάρφωσε τα μάτια του μισοσβησμένα απάνω στο μπρίκι. Το πρόσωπό του ήταν σαν κερί, το στήθος του ανεβοκατέβαινε σ’ ένα βουβό αναφιλητό. Έμεινε έτσι κάμποση ώρα, αγκαλιάζοντας με το μάτι την «Αθηνά», που σάλευε, γερόντισσα ετοιμοθάνατη, μέσα στη σκιά, σαν να ψυχομαχούσε.
— Να πάμε, Μοναχάκη, είπε ο Μελιγκόνης, θα κρυώσεις.
— Άφησέ τους, Μελιγκόνη, να τα πούνε. Άφησέ τους να τα πούνε με την «Αθηνά», είπε σιγαλά ο λοστρόμος. Έχουν ανοίξει κουβέντα, μεγάλη κουβέντα. Ποιος ξέρει αν θα ξαναϊδεί ο ένας τον άλλον!
Μεγάλη κουβέντα! Τι είπανε κανένας δεν άκουσε, μα ολωνών τα μάτια είχαν βουρκώσει. Ύστερα ο Μοναχάκης πήρε μια βαθιά ανάσα και ρίχνοντας μια ύστερη ματιά αχόρταγη στην «Αθηνά »:
— Σχώρα με και Θεός σχωρέσει! μουρμούρισε.
Η «Αθηνά» σάλεψε λυπητερά μέσα στο μούχρωμα, σαν ν’ απείκασε τα λόγια του Μοναχάκη. Σάλεψε μ’ ένα παράπονο ανθρωπινό.
Ο Γερο-Φλώκος πήρε πάλι στον ώμο τον καπετάνιο, αγάλια αγάλια.
Τον Μελιγκόνη τον έπιασαν τα κλάματα. Λιγόψυχος πάντα ο Γιαννιός ο Μελιγκόνης, τραβήχτηκε παράμερα και σκούπιζε τα μάτια του.
— Σαν παιδί κάνεις, καημένε Μελιγκόνη, του είπε ο Πε­φάνης. Θέλεις να σε ιδεί ο Μοναχάκης, που τόνε κλαις ζων­τανό μαθές;
— Δεν κλαίω, παιδί μου Πεφάνη. Δεν κλαίω, Έτσι με πήρε το παράπονο. Είδα αντρόγυνα να χωρίζουν, και δεν έκλαψα. Μα τώρα δεν ξέρω μαθές, Πεφάνη παιδί μου, δεν ξέρω, με πήρε το παράπονο...
Και άρχισε να κλαίει σαν το παιδί.

30.6.13

Ξανά πίσω

Ένα σχόλιο του ΕΤ στον ιστοχώρο με παρακίνησε για τη δεύτερη επιστροφή. Ίσως ειπωθεί κάτι ενδιαφέρον, ίσως γίνει κάποια εποικοδομητική συζήτηση. Ίδωμεν...

3.11.12

άσκηση

Αντιστοίχισε τους ορισμούς με τη σωστή λέξη.

Αντιστοίχισε τους ορισμούς με τη σωστή λέξη. αρχική  11η ενότητα 

Διάλεξε τη σωστή λέξη από την αναδυόμενη λίστα.
το πολίτευμα, ο τρόπος ζωής των πολιτών, το κράτος
το πολιτικό σύστημα οργάνωσης και άσκησης της εξουσίας σε μια χώρα
ο πολιτικός που αναδεικνύεται με ευτελή μέσα
αυτός που έχει ανεπτυγμένο πολιτισμό, που έχει καλούς τρόπους
αυτός που αφορά τον πολιτισμό, που προωθεί την ανάπτυξή του
η επιστήμη που ασχολείται με το σχεδιασμό μιας πόλης
το σύνολο των κομμάτων που είναι αντίθετα με την κυβέρνηση
το σύνολο των κομμάτων που είναι σύμφωνα με την κυβέρνηση
αποκτώ πολιτική συνείδηση, συμμετέχω στην πολιτική ζωή
εγγράφω κάποιον ως πολίτη, του δίνω την υπηκοότητα

17.9.11

Ούτε δυο γαϊδάρων άχυρα

Είναι μια από τις αγαπημένες μου φράσεις που την άκουγα να τη λένε οι δικοί μου: "αυτός είναι τόσο ανίκανος, που δεν μπορεί να μοιράσει ούτε δυο γαϊδάρων άχυρα".
Τη θυμήθηκα και πάλι τώρα με τα σημειωματάκια της εφορίας που μας ζητούν να πληρώσουμε για άλλη μια φορά. Και γιατί στα καλά καθούμενα τους ήρθε να μας βάλουν να πληρώσουμε; Μα γιατί με τις ηλιθιότητές τους έπεσαν έξω τα έσοδα. Και ποιες είναι οι ηλιθιότητες; Ας δούμε την ιστορία από την αρχή. Πρώτα μας μειώνουν στο μισό τα δώρα (Χριστουγέννων, Πάσχα) και το επίδομα άδειας. Στη συνέχεια ψηφίζουν το φορολογικό νομοσχέδιο, που προβλέπει επιστροφή φόρων ανάλογα του ποσού των αποδείξεων. Έρχεται η ώρα της κρίσης και ξαφνικά παίρνουμε τη μεγαλύτερη επιστροφή φόρων που πήραμε ποτέ. Προσωπικά πήρα το διπλάσιο ποσό. Είναι προφανές ότι αυτοί, οι κυβερνώντες, ξύπνησαν ένα πρωί και διαπίστωσαν ότι έκαναν μια τρύπα στο νερό. Και πώς να τη διορθώσουν τη βλακεία τους; Μας βάζουν να πληρώσουμε αυτά που λόγω ηλιθιότητας μας επέστρεψαν, ή να το πω διαφορετικά, αυτά που δε μας πήραν, όταν έπρεπε. Αυτοί οι ανίκανοι, που δεν είναι ικανοί ούτε δυο γαϊδάρων άχυρα να μοιράσουν, αυτοί κυβερνάνε τις τύχες μας. Και μεις, που τάχα ξέρουμε να τα μοιράζουμε, καθόμαστε και τους βλέπουμε.

15.9.11

Επιτέλους, χωρίς βιβλία

Δε θα σχολιάσω καθόλου το γιατί δεν εκτυπώθηκαν τα βιβλία, ποιος φταίει και ποιος δε φταίει. Το γεγονός είναι ότι δεν έχουμε βιβλία και δε θα τα έχουμε πριν από τα μέσα του Νοέμβρη. Αυτό είναι για το καλό μας ή για το κακό μας; Είναι αναγκαία τα σχολικά βιβλία ή όχι; Όλοι μας έχουμε παραπονεθεί κατά καιρούς πόσο "κακά" είναι τα σχολικά βιβλία και ειδικά της γλώσσας. Για το θέμα έχω γράψει πάρα πολλά στο παρελθόν. Αφού λοιπόν έχουμε κατηγορήσει τα βιβλία, γιατί τώρα να παραπονιόμαστε που δεν τα έχουμε; Απεναντίας θα έπρεπε να πανηγυρίζουμε. Επιτέλους, είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε ό,τι θέλουμε, να διδάξουμε επιτέλους νεοελληνική γλώσσα μέσα από την ίδια τη γλώσσα και όχι μέσα από την κονσέρβα του βιβλίου. Επιτέλους, απαλλαχτήκαμε από τα συγκεκριμένα κείμενα, τις ερωτήσεις τους, και το ατέλειωτο χάσιμο χρόνου να διδάσκουμε όλα αυτά που δεν ενδιαφέρουν κανένα ελληνόφωνο μαθητή γυμνασίου. Μακάρι, βέβαια, να μας άφηναν ελεύθερους για όλη τη χρονιά, αλλά... Ας εκμεταλλευτούμε αυτούς τους δύο μήνες ελευθερίας κι ας ασχοληθούμε με την παραγωγή κειμένου, με τον προφορικό λόγο, με τη ζωντανή γλώσσα.

19.5.11

έχω, ένα ωραίο ρήμα

Ένα από τα πιο ωραία ρήματα όλων των γλωσσών είναι το "έχω".
Έχω κάτι σημαίνει ότι κάτι βρίσκεται στην ιδιοκτησία μου. Οι σημασίες του ρήματος είναι πολλές. Παραπέμπω στο λεξικό της Πύλης για την ελληνική γλώσσα.

Η ωραιότητα του ρήματος φαίνεται στο μέλλοντα των αρχαίων ελληνικών, που γίνεται "ἕξω". Από το μέλλοντα προκύπτει και η λέξη ἕξις, η συνήθεια. Όταν έχεις κάτι το συνηθίζεις, γίνεται δεύτερη φύση σου, γι' αυτό και λέει ο Αριστοτέλης: ἕξις, δευτέρα φύσις.

Στον αντίποδα της έξης βρίσκεται η αποχή. Ενώ δηλαδή μέχρι τώρα είχα κάτι, τώρα δεν το έχω ή αποφασίζω να μην το έχω, γιατί έτσι κρίνω πως είναι σωστό.

Αν βέβαια πρόκειται για μια κακή έξη, τότε η αποχή είναι φάρμακο. Για παράδειγμα ένας καπνιστής έχει την έξη του καπνίσματος. Η αποχή από το κάπνισμα στην περίπτωση αυτή είναι σωτήρια.

Αν όμως πρόκειται για τους δημοκρατικούς θεσμούς τότε η αποχή είναι σωτήρια ή μήπως είναι βλαβερή;

Απείχαν οι φοιτητές από τις φοιτητικές εκλογές ή λίγο νωρίτερα απείχαν οι ψηφοφόροι από τις εκλογές για την αυτοδιοίκηση.

Συνειδητοποίησαν με άλλα λόγια οι φοιτητές ή οι ψηφοφόροι ότι η "κατοχή" των δημοκρατικών θεσμών είναι ανάξια λόγου και προτίμησαν την "αποχή".

Την "αποχή" σκέφτονται και οι εκπαιδευτικοί από τις εκλογές για την ανάδειξη νέου δ.σ. στην ΟΛΜΕ.

Αν όμως απέχουμε όλοι, τότε ποιος θα έχει;

Αν κάνω την αποχή ιστορία θα γίνει κάπως έτσι:

Κάποτε οι θεοί για να βοηθήσουν τους ανθρώπους στη δύσκολη ζήση τους, αποφάσισαν να τους δώσουν τη φωτιά. Μια φορά το χρόνο, έριχναν στη γη τη φωτιά, την έπαιρναν οι άνθρωποι κι είχαν να πορεύονται, να ζεσταίνονται, να ψήνουν το φαγητό τους, τα αγγεία τους. Οι άνθρωποι χάρηκαν με το δώρο των θεών και κάθε χρόνο έτρεχαν να πάρουν τη φωτιά που έριχναν οι θεοί.

Μια μέρα όμως βρέθηκαν κάποιοι άνθρωποι πονηροί που πήραν τη φωτιά κι αντί να τη χρησιμοποιήσουν για καλό σκοπό, όπως γινόταν ως τότε, άρχισαν να καίνε τα σπίτια των γειτόνων τους.

Όλοι αυτοί που κάηκαν τα σπίτια τους σκέφτηκαν από δω, σκέφτηκαν από κει κι αποφάσισαν πως φταίνε τελικά οι θεοί που κάηκαν τα σπίτια τους, γιατί οι θεοί ήταν που έριξαν τη φωτιά. Έτσι, είπαν αναμεταξύ τους, πως την επόμενη φορά που θα έριχναν οι θεοί φωτιά, αυτοί θα απείχαν, και δε θα πήγαιναν να πάρουν. Και δεν πήγαν. Πήγαν όμως οι άλλοι, εκείνοι που με τη φωτιά έβαζαν φωτιά στα σπίτια των γειτόνων τους.

Έτσι νομίζω πως κάνουν σήμερα όλοι αυτοί οι αποφασισμένοι και αηδιασμένοι από την πολιτική, από το συνδικαλισμό. Απέχουν, για να σωθούν... από τη φωτιά...

7.5.11

Τα κουφά του Σαμαρά

Μεταξύ άλλων είπε ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και τα εξής ωραία:

"Πέμπτον: Αναθεώρηση του τρόπου εισαγωγής στις Στρατιωτικές Σχολές.
Οι υποψήφιοι να εισάγονται, όχι μέσα από Πανελλήνιες Εξετάσεις, αλλά με εξετάσεις στις Σχολές.
Το ίδιο ισχύει και για τις Σχολές Αστυνομίας. Διότι, για μένα, δεν μπορείς να γίνεις παπάς, στρατιωτικός ή αστυνομικός, από τύχη ή καραμπόλα."


Δηλαδή απ' όσο καταλαβαίνω, ο κ. Σαμαράς εννοεί ότι κάποιος μαθητής δηλώνει κατά λάθος τις στρατιωτικές σχολές! Για παράδειγμα, ένας μαθητής δηλώνει πρώτη προτίμηση στο Μαθηματικό και επειδή δεν περνάει στο Μαθηματικό "ξεπέφτει" στις στρατιωτικές σχολές!

Αυτός ο άνθρωπος είναι αρχηγός κόμματος και δεν ξέρει ούτε το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας. Και καλά αυτόν θα μπορούσα να τον δικαιολογήσω, άνθρωπος είναι, μπορεί να κάνει λάθος... αλλά οι παρατρεχάμενοι του που του γράφουν τους λόγους...

Δηλαδή δεν ξέρουν ότι στις στρατιωτικές σχολές περνούν οι αριστούχοι των αριστούχων. Για το Ψυχολογικό (ΣΣΑΣ) η βάση ήταν 19386, για την Ικάρων η βάση ήταν 19040 κι όσοι μαθητές έπιασαν αυτά τα νούμερα, μας λέει ο Σαμαράς, ήταν "νούμερα" και μπήκαν στις στρατιωτικές σχολές "από τύχη ή καραμπόλα"!!!!!!!!!!!!!

Δηλαδή, ήθελαν να περάσουν στο Μαθηματικό Αθηνών, που η βάση ήταν 17315, και δεν πέρασαν και από καραμπόλα μπήκαν στην Ικάρων...

Εξάλλου, χρειάζεται ειδική δήλωση για τις στρατιωτικές και αστυνομικές σχολές!!!!!!!!

Επίτηδες το κάνει...
Θέλει να μας τρελάνει...
Δε γίνεται αλλιώς, δεν εξηγείται...

Η ουσία όμως είναι αλλού...
Τα ωραία αυτά λόγια ο Σαμαράς τα είπε σε στρατιωτικούς. Οι οποίοι στρατιωτικοί θυμούνται τις παλιές δόξες, όταν δηλαδή ο γιος του συνταγματάρχη Δεκαβάλα, με πολύ σπρώξιμο από δω, κάτι οι γνωριμίες από εκεί, γινόταν κι αυτός συνταγματάρχης στη θέση του πατέρα του. Κι ήρθαν αυτές οι άθλιες Πανελλήνιες, το τελευταίο προπύργιο της αξιοκρατίας, και τους χάλασαν τη μανέστρα.
Κι αυτό, λοιπόν, θέλει ο Σαμαράς να το καταργήσει, για να μπορούν βέβαια τα δικά τους παιδιά να βολεύονται...

Δε διορθώνεται αυτός ο τόπος. ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ

26.4.11

Ποια γλώσσα μιλάνε οι νέοι;

Περπατώντας στους δρόμους της πόλης, κάθισα να ξαποστάσω σ' ένα βρομερό ψευτοπάρκο. Τα λιγοστά παγκάκια ήταν γεμάτα από μηνύματα. Από περιέργεια τα διάβασα όλα. Δε θα σταθώ στο τι έγραφαν αλλά στο πώς το έγραφαν. Κάποια ήταν γραμμένα με αγγλικούς χαρακτήρες, κάποια με ελληνικούς και κάποια ανάμεικτα, όπως φαίνονται στις φωτογραφίες.



Η επίδραση των ΜΜΕ, έντυπων και ηλεκτρονικών, είναι ολοφάνερη. Τα παιδιά με "άνεση" συνηθίζουν σε μια νέα γλώσσα και μια νέα γραφή. Άλλωστε η γλώσσα είναι κι αυτή μια συνήθεια. Εκεί όμως που τις προηγούμενες δεκαετίες το κυρίαρχο θέμα ήταν η καθαρεύουσα ή η δημοτική, εκεί πάλι που τα τελευταία χρόνια οι διάφοροι λόγιοι και ψευτολόγιοι επαναφέρουν το ίδιο θέμα, η νέα γενιά προσπερνά ασυγκίνητη και χαράζει το δικό της δρόμο.
Ελληνικά, λοιπόν, με πάρα πολλές αναφομοίωτες ξένες λέξεις (αγγλικές) αλλά και αγγλική γραφή.

Και ποιος είναι ο δικός μας ρόλων των δασκάλων και καθηγητάδων της γλώσσας;
Πώς μπορούμε να αντισταθούμε;

20.4.11

Τι γλώσσα μιλάνε οι τηλεοπτικοί σταθμοί;

prime series, prime time, mega cinema master chef, chef on air, dancing with the stars...
Από ιστοσελίδα ελληνικού τηλεοπτικού σταθμού!


Σ' όλο και περισσότερες εκπομπές ή ζώνες τηλεοπτικού προγράμματος οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί μας προτιμούν τα αγγλικά από τα ελληνικά. Οι εκπομπές αυτές μάλιστα απευθύνονται κυρίως στο νεανικό κοινό, γι' αυτό και η προτίμηση στα αγγλικά.


Σαν να μην έφτανε μόνο αυτό, έχουμε και τις πληροφορίες στ' αγγλικά που δίνουν τα κανάλια για το προβαλλόμενο πρόγραμμα. Με την ψηφιακή τηλεόραση (με τον ημιελληνικό και αγγλογραμμένο τίτλο digea ο φορέας) έχουμε τη δυνατότητα να πληροφορούμαστε για τις διάφορες εκπομπές. Βεβαίως όλες αυτές οι πληροφορίες είναι στα αγγλικά Ακόμη και οι πληροφορίες για τα δελτία ειδήσεων ή για τις ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες, εκείνες τις παλιές με τη Βουγιουκλάκη, την Καρέζη, το Χατζηχρήστο κ.τ.λ. Έτσι, η Γκόλφω, για παράδειγμα, έγινε Golfo, ο Χαραλάμπης έγινε Haralampis και πάει λέγοντας.
Τα ίδια συμβαίνουν και στους ιστοχώρους των τηλεοπτικών σταθμών. Η φωτογραφία παραπάνω τα λέει όλα.

Αναρωτιέμαι ποιος είναι το κοινό αυτού του τόπου; Τι γλώσσα μιλάμε σ' αυτήν τη χώρα!

Πριν να αρχίσω να γκρινιάζω σε μια ανάρτηση στο απέραντο διαδίκτυο, έστειλα ένα ηλεκτρονικό μήνυμα στο περίφημο Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο, στο οποίο ανέφερα όλα τα παραπάνω, και ζητούσα να μου πουν τι προβλέπεται από τη νομοθεσία, αν προβλέπεται, τι πρόκειται να κάνουν, αν πρόκειται να κάνουν...
Φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Περιμένω απάντηση ακόμη.


Έτσι μου έμεινε άλυτη η απορία: Τι γλώσσα μιλάνε τελικά οι τηλεοπτικοί σταθμοί;

19.4.11

Επιστροφή

Μετά από σιωπή σχεδόν δύο χρόνων ήρθε ο καιρός για την επιστροφή.
Καμιά φορά η σιωπή είναι χρυσός, καμιά φορά όμως είναι και συμβιβασμός ή παραίτηση.


16.12.09

ΤΕΛΟΣ

Φτάνουν πια τόσα λόγια.
Αυτή είναι η τελευταία ανάρτηση.

Ευχαριστώ όσους έκαναν τον κόπο και διάβαζαν όσα έγραφα.

6.11.09

Οδηγός Εκθέσεων

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Χατζηθωμάς, ένας νέος πληρέστατος οδηγός για την παραγωγή λόγου. Πιστεύω ότι είναι από το καλύτερο απ' όσα κυκλυφορούν αυτή τη στιγμή. Πραγματικό βοήθημα για το μαθητή και το δάσκαλο.

Το βιβλίο περιλαμβάνει:


Α) ΘΕΩΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ, για:
Την λέξη (ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα, παράγωγα, σύνθετα, πρόθημα, επίθημα, ομόηχα, υπώνυμα, παρασύνθετα...), το ρήμα.
Τον συνταγματικό και παραδειγματικό άξονα.
Την ενεργητική και παθητική σύνταξη.
Την πρόταση, περίοδο, ημιπερίοδο.
Τα σχήματα λόγου, τα σημεία στίξης.
Το ύφος.
Την περίληψη με οδηγίες σύνθεσης της.
Την παράγραφο, τα δομικά της μέρη, τους τρόπους ανάπτυξής της.
Την σύνδεση και συνοχή παραγράφων, κειμένων.
Το πολυτροπικό κείμενο.
Το πώς γίνεται η παραγωγή κειμένου, με σχεδιαγράμματα.
Όλα συνοδεύονται από εφαρμογές και ασκήσεις απαντημένες.


Β) ΤΗΝ ΑΦΗΓΗΣΗ, για:
Τα αφηγηματικά είδη.
Τις αφηγηματικές τεχνικές
Τον αφηγητή, τους αφηγηματικούς τύπους, την οπτική γωνία του αφηγητή.
Το αφηγηματικό περιεχόμενο.
Την αφηγηματική πράξη.
Τους αφηγηματικούς τρόπους.
Το αφηγηματικό ύφος.
Τον αφηγηματικό χρόνο.
Την αφηγηματική περίληψη.
Την αφηγηματική παράγραφο.
Την αφηγηματική παραγωγή λόγου, με σχεδιαγράμματα και ανεπτυγμένα θέματα (συνολικά 15).
10 Κριτήρια με ασκήσεις και απαντήσεις.
(Όλα συνοδεύονται από εφαρμογές και ασκήσεις).


Γ) ΤΗΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ, για:
Την γλώσσα της περιγραφής (και λεξιλόγιο ανάλογο).
Τα είδη της περιγραφής. Περιγραφή σε σχέση με το χώρο (στάση - κίνηση).
Την περίληψη περιγραφικού κειμένου.
Την περιγραφική παράγραφο.
Πώς γίνεται η παραγωγή περιγραφικού λόγου, με διάφορα είδη που συνοδεύονται από σχεδιαγράμματα, συνολικά 15 ανεπτυγμένα θέματα.
10 Κριτήρια με ασκήσεις απαντημένες.
(Όλα συνοδεύονται από εφαρμογές και ασκήσεις).


Δ) ΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ, για:
Τα είδη.
Το επιχείρημα.
Τους συλλογισμούς.
Την περίληψη επιχειρηματολογικού κειμένου.
Την αποδεικτική και επεξηγηματική παράγραφο.
Τη χρήση μεταβατικών παραγράφων.
Την παραγωγή επιχειρηματολογικού λόγου με σχεδιάγραμμα.
20 Κριτήρια με ασκήσεις απαντημένες και θεωρία εννοιών, με σχεδιαγραμματική παρουσίαση, για την παραγωγή λόγου.
(Όλα συνοδεύονται από εφαρμογές και ασκήσεις).


Ε) ΤΑ ΑΛΛΑ ΕΙΔΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΛΟΓΟΥ, για:
Την επιστολή.
Το ημερολόγιο.
Το άρθρο.
Το δοκίμιο (τα είδη του).
Το χρονογράφημα.
Την επιφυλλίδα.
Την αίτηση, την ανακοίνωση, τη βεβαίωση, τη δήλωση.

Για τις εκδόσεις Χατζηθωμάς πατήστε εδώ

20.10.09

το σχολείο, οι μαθητές, οι δάσκαλοι

Στην προηγούμενη ανάρτηση σχολιάζει σε κάποιο σημείο η gyristroula:

"Εδώ χρειάζεται η ουσιαστική παρέμβαση των δασκάλων που δικαιώνουν το ρόλο τους, για να βρεθούν αποτελεσματικότεροι τρόποι διεκδίκησης, που δεν θα τιμωρούν τους "πελάτες" της κάκιστης παιδείας, με ανύπαρκτη παιδεία."

Συνεχίζω τις δικές μου σκέψεις:
Το πρόβλημα τις πιο πολλές φορές είμαστε εμείς οι ίδιοι, με τη συμπεριφορά μας, με τις αντιλήψεις μας, με τη στενομυαλιά μας.
Ένα από τα αιτήματα των παιδιών ήταν η προσευχή. Δεν αρνιόντουσαν την προσευχή, που θα ήταν δικαίωμά τους να αρνηθούν· αρνήθηκαν να τη λένε υποχρεωτικά. Πρότειναν μάλιστα τα ίδια τα παιδιά να τη λένε κάποιοι συγκεκριμένοι συμμαθητές τους που δεν έχουν πρόβλημα, και μάλιστα τους είχαν βρει ήδη.
Κι όμως... Ακόμα και σ' αυτό υπήρχαν αντιδράσεις από μέρους της διεύθυνσης... Ώσπου ήρθε η προϊσταμένη του Γραφείου, και συμφώνησε με τα παιδιά, για να συμφωνήσει υποτακτικά με τη σειρά της και η διεύθυνση του σχολείου! Έπρεπε να γίνει κατάληψη για το αυτονόητο.

Όπως στρώνουμε, έτσι κοιμόμαστε.

Για να γίνει με τα παιδιά η συζήτηση, πρέπει πρώτα να γίνει με τους καθηγητές τους αλλά και με τους γονείς τους. Δεν ξέρω πώς, αλλά οι αντιλήψεις των περισσότερων για τα παιδιά και την παιδεία είναι ένα κουβάρι μπλεγμένο στο μυαλό τους. Μπορεί σε μια συζήτηση στο γραφείο να ακούσεις τις πιο αντιφατικές απόψεις και μετά από λίγο να δεις τις πιο αντιφατικές συμπεριφορές. Αυτοί που είπαν το "α" να συμπεριφέρονται "β" κι αυτοί που είπαν το "β" να συμπεριφέρονται "α". Κουφά πράγματα. Ήταν μια συναδέλφισσα που στην πρώτη συνεδρίαση, από την πρώτη στιγμή απαιτούσε αποβολές για ψύλλου πήδημα. Τρόμαξα. Καθώς ήταν οι πρώτες μου μέρες στο σχολείο, φρίκιασα με τη σκέψη πού πήγα κι έπεσα.
Πριν από δυο τρεις μέρες ήρθε ένα κλιμάκιο του συμβουλευτικού σταθμού να συζητήσουμε μαζί με τα παιδιά, στην τάξη, για δύο ώρες. Το κουφό. Ήρθε αυτή η συναδέλφισσα! Έπαιξε με τα παιδιά, έδειξε έναν άλλο εαυτό. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι είναι ο ίδιος άνθρωπος!

Πολλοί από μας άλλωστε θεωρούμε πως οι μαθητές είναι ένα κακό πράγμα, χωρίς στην ουσία κανένα δικαίωμα, με μοναδική υποχρέωση να μας ακούνε για επτά ώρες, να διαβάζουν, να είναι συνεχώς ήσυχοι κτλ κτλ.

Δεν μπορώ να το χωνέψω πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι να απαιτούν, π.χ. από ένα εστιατόριο, μια ταβέρνα, να έχει χαρτί η τουαλέτα και από την άλλη να αρνούνται το χαρτί στις τουαλέτες του σχολείου με την ψευτοδικαιολογία ότι οι μαθητές το πετούν στη λεκάνη και βουλώνουν τις αποχετεύσεις. Όχι ότι κάτι τέτοιο δε γίνεται από κάποιους, αλλά θα δεχόντουσαν ποτέ την ίδια δικαιολογία από τον εστιάτορα ή τον ταβερνιάρη; Φυσικά και όχι.

Δυστυχώς για πολλούς το σχολείο είναι απλώς ένας χώρος καταναγκαστικής δουλειάς ή μάλλον δουλείας. Νιώθουν σαν τους φυλακισμένους που με την απειλή του φύλακα πρέπει να σπάσουν πέτρες.

... κουράστηκα... η συνέχεια στο επόμενο...


Για κάτι άλλο εκτός από λόγια και ατέρμονες συζητήσεις στον ιστοχώρο μου

"Ελληνικός Πολιτισμός"

Κάθε συνεργασία είναι καλοδεχούμενη!