29.9.06

Η ΕΚΘΕΣΗ, Η ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΓΛΩΣΣΑ

Για πολλά χρόνια διδαχτήκαμε και διδάξαμε ως "έκθεση" ένα περίεργο τύπο παραγωγής γραπτού λόγου, ο οποίος δεν υπήρξε και ούτε υπήρχε πιθανότητα να υπάρξει στην πραγματική ζωή. Ήταν ένα νοητικό κατασκεύασμα, από το οποίο αναγνωριζόταν η ικανότητα κάποιου στη γραπτή επικοινωνία. Βεβαίως ούτε λόγος για ζωντανό προφορικό λόγο.

Τα χρόνια πέρασαν. Ο προφορικός λόγος αναγνωρίστηκε ως ισάξιος του γραπτού έγιναν και κάποιες προσπάθειες εισαγωγής του στην εκπαίδευση.

Στη διαδρομή γνωρίσαμε και το επικοινωνιακό πλαίσιο. Σωστό και απαραίτητο. Μόνο που κάπου χαθήκαμε στην επικοινωνία. Τις παλιές μας εκθέσεις τις ντύσαμε με το μανδύα του επικοινωνιακού πλαισίου και, ω του θαύματος, όλα έγιναν καλά! Εννοώ, αυτό που ξέρουμε καλά ως φιλόλογοι. Αν κάποτε το θέμα μιας έκθεσης έλεγε: "Γράψτε πώς περάσατε το καλοκαίρι", τώρα το μετατρέψαμε σε επικοινωνία με πολύ έξυπνο τρόπο, διατυπώνοντάς το ως: "Γράψτε ένα γράμμα στο φίλο σας και πείτε του πώς περάσατε το καλοκαίρι". Αυτή, λοιπόν, η πρόσθεση στη διατύπωση μετέτρεπε το κείμενο σε επικοινωνιακό. Με τα ίδια έξυπνα τερτίπια οι μαθητές έγραψαν και άρθρα στα περιοδικά του σχολείου...

Για τους υπεύθυνους των σχολικών βιβλίων -δεν εννοώ αυτούς που τα γράφουν, αλλά αυτούς που καθορίζουν την ύλη και τη διάταξή της- δε χωρούσε στα βιβλία η διδασκαλία της τυπολογίας της επιστολής ή του άρθρου. Μπορεί κάτι να λέγεται στα βιβλία του Λυκείου σχετικά με το άρθρο, στα βιβλία όμως του Γυμνασίου ουδέν. Η επιστολή διδασκόταν κάπου στη Γ' Γυμνασίου, αλλά ως τότε οι μαθητές είχαν γράψει επιστολές επί επιστολών και άρθρα επί άρθρων.

Πώς μπορεί να γράψει κάποιος κάτι που δεν ξέρει πώς γράφεται, είναι μια απορία μου που δε λύθηκε ως τώρα.
Πώς μπορεί να ονομάζεται επικοινωνιακό πλαίσιο μια επιστολή που θα διαβαστεί από έναν καθηγητή και όχι από το φυσικό παραλήπτη της, ομολογώ επίσης πως δεν το καταλαβαίνω.
Σ' αυτόν τον τόπο, μάλλον οι μαθητές είναι πέρα από τις συμβάσεις. Οι διανοητικές τους δυνατότητες, για κάποιους, είναι επιπέδου μεταπτυχιακού.

Εκεί όμως που παιζόταν κι εξακολουθεί να παίζεται το θέατρο του παραλόγου, είναι με τις εκθέσεις του Λυκείου και ειδικότερα μ’ αυτές των εισαγωγικών εξετάσεων. Για κάποιους ένα παιδί των 17 χρονών είναι ικανό να επιχειρηματολογήσει σε θέματα που αφορούν την Κοινωνιολογία, την Επιστημολογία, τη Φιλοσοφία του Δικαίου, την Ηθική και άλλες επιστήμες του ανθρώπου. Έχει την ικανότητα να σκεφτεί, να σχεδιάσει και να γράψει περίπου σε μιάμιση ώρα ζητήματα που δεν έχει τολμήσει να τα σκεφτεί και να τα γράψει κανένας μας.

Και δε φτάνει αυτό. Μετά ακολουθεί η αξιολόγηση και η βαθμολόγηση αυτού του κειμένου, από φιλολόγους, οι οποίοι διορθώνουν εκ του ασφαλούς και, κυρίως, χωρίς προηγουμένως να έχουν προσπαθήσει οι ίδιοι να γράψουν το κείμενο στα ίδια χρονικά όρια.

Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να κλείσουν κάποτε τους εισηγητές των θεμάτων της Γλώσσας και τους διορθωτές σ’ ένα σχολείο και να τους βάλουν να απαντήσουν στα θέματα των εξετάσεων ταυτόχρονα με τους μαθητές, για να αντιληφθούν ότι η παραγωγή λόγου κάτω από τέτοιες συνθήκες είναι ό,τι δυσκολότερο υπάρχει.

Αν η επικοινωνιακή περίσταση στο Γυμνάσιο αρχίζει και τελειώνει στις επιστολές και στα άρθρα, ο χρόνος που αφιερώνεται στην παραγωγή λόγου είναι ελάχιστος. Από τις 90 ώρες της Α’ Γυμνασίου ζήτημα είναι αν θα αφιερωθούν στην παραγωγή οι επτά ως δέκα. Πού χάνονται οι υπόλοιπες ώρες; Μα φυσικά στη μεταγλώσσα!

Μπορεί να διαπιστώνουμε όλοι την αδυναμία των μαθητών στην ανάγνωση και στην κατανόηση ενός κειμένου. Μπορεί να ξέρουμε τις δυσκολίες στην παραγωγή γραπτού λόγου. Μπορεί η Ελλάδα να κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις στις διάφορες αξιολογήσεις σχετικά με τα παραπάνω ζητήματα. Εμείς όμως σταθερά επιμένουμε σ’ αυτό που ξέρουμε. Τη διδασκαλία του υποκειμένου και του αντικειμένου, της παράθεσης και της επεξήγησης, του επιθετικού και κατηγορηματικού προσδιορισμού.

Δυστυχώς τα νέα βιβλία δεν ξέφυγαν από τη λογική αυτή. Είναι νέο κρασί σε παλιά ασκιά. Είναι η επιβεβαίωση της παροιμίας «άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς». Αντί να αφαιρεθούν τέτοια ανούσια θέματα, προστέθηκαν κι άλλα. Και το μεγάλο αστείο είναι ότι επικρατεί η αντίληψη ότι, αφού τα διδάσκουμε, οι μαθητές θα μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν! Και την ιστορία τη διδάσκουμε μια ολόκληρη χρονιά, αλλά ποιος μαθητής θυμάται την ιστορία της προηγούμενης τάξης;

Για τα επόμενα χρόνια είμαστε αναγκασμένοι να περιοριστούμε και πάλι σε τόσο «ενδιαφέροντα» αντικείμενα διδασκαλίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:



Για κάτι άλλο εκτός από λόγια και ατέρμονες συζητήσεις στον ιστοχώρο μου

"Ελληνικός Πολιτισμός"

Κάθε συνεργασία είναι καλοδεχούμενη!