5.5.07

Οι ξένες λέξεις· οι αυτοί και οι άλλοι



Πριν από μερικές δεκαετίες κανείς από τους μεγαλοδιδάσκαλους δε μιλούσε για απειλές που δέχονταν η γλώσσα από τις άλλες γλώσσες, δεν έβλεπαν καμιά λεξιπενία, όλα γι’ αυτούς ήταν καλά κι ωραία. Η επίσημη γλώσσα ήταν μια ξύλινη καθαρεύουσα, οι μαθητές στο δημοτικό πάσχιζαν να μάθουν την οξεία, την περισπωμένη και τη βαρεία, την ψιλή και τη δασεία, τα μακρά και τα βραχέα. Οι εφημερίδες γράφονταν σε μια παρόμοια γλώσσα, όπως στην ίδια γλώσσα μιλούσαν οι εκφωνητές του ραδιοφώνου.

Μια μικρή ομάδα της άρχουσας τάξης μάθαινε γαλλικά εκτός από το πιάνο και την ιππασία κι έτσι αντάλλασσαν μεταξύ τους διάφορες γαλλικές αβρότητες. Μπορούσαν μ’ αυτόν τον τρόπο να διαφοροποιηθούν από τη μεγάλη πλέμπα, από το λαουτζίκο, που γέμιζε τα καράβια για την Αυστραλία ή την Αμερική, τα τρένα για τα εργοστάσια της ηττημένης από τους ίδιους στο Β’ παγκόσμιο Γερμανίας ή για τις στοές του Βελγίου. Ω, ήταν μια τόσο καλή εποχή.

Τα χρόνια πέρασαν. Τα γαλλικά έχασαν τη λάμψη τους και μ’ αγωνία προσπαθούν να κρατηθούν σε μια αξιοπρεπή θέση στο παγκόσμιο χωριό. Τα αγγλικά με τη σειρά τους κυριάρχησαν κι έγιναν η Γλώσσα. Στη δικιά μας κοινωνία, που μεγάλωσε με τις ηλιθιότητες του ελληνικού κινηματογράφου, η μάθηση μιας ξένης γλώσσας έγινε όνειρο. Όποιος θα μπορούσε να μιλάει εκτός από τα ελληνικά και κάποια άλλη γλώσσα αυτόματα καταξιωνόταν στα μάτια της μάνας, του πατέρα, του γείτονα και της γειτόνισσας. Το δημόσιο σχολείο ανίκανο και σ’ αυτόν τον τομέα έδωσε τη θέση του στα δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες φροντιστήρια ξένων γλωσσών. Βάθαινε, λοιπόν, και πλάταινε η εκμάθηση των ξένων γλωσσών.

Ώσπου έφτασε η μέρα, ήρθε ο καιρός που ο καθένας μπορεί να προφέρει έστω και δέκα λέξεις στ’ Αγγλικά.

Ήρθε η δεκαετία του ’60 κι ο Μάης του ’68, φέρνοντας μαζί του εκτός των άλλων και την επισημοποίηση στο χώρο της νεολαίας της ξένης μουσικής. Μετά τη μεταπολίτευση καθιερώθηκε και η Δημοτική· αφήσαμε κατά μέρος τις ψιλές και τις οξείες και τώρα η γάτα έγινε γάτα και ο σκύλος σκύλος.

Στη δεκαετία του 80 εμφανίστηκε και ο υπολογιστής, ενώ με κάποιον Γκέιτς άρχισε να μπαίνει το μηχάνημα αυτό σε κάθε σπίτι. Μαζί του μπήκαν στο λεξιλόγιο δεκάδες νέες λέξεις. Σιγά σιγά εμφανίστηκε μια άλλη ομάδα ανθρώπων που μιλούσαν για κάπως περίεργα για πισί, ντος, κόπι, πέιστ, ντιλίτ, ή ακόμη και ντελ, αφού το πληκτρολόγιο έγραφε μόνο ντελ αντί για ντιλίτ. Οι ξένες λέξεις άρχισαν να γίνονται όλο και πιο πολύ της μόδας. Τα ραδιόφωνα, που πια ήταν ελεύθερα, έγιναν πολλά και μαζί με τα πολλά ραδιόφωνα εμφανίστηκαν και πολλοί δημοσιογράφοι. Δε χρειαζόταν δα και κανένα πτυχίο. Λίγο τσαμπουκά να είχες, ένα κιλό θρασύτητα και πολύ άγνοια ήταν τα καλύτερα διαπιστευτήρια να μιλάς μπροστά σ’ ένα μικρόφωνο και να λες ό,τι κατέβαζε η κούτρα σου. Το ίδιο έγινε με τις εφημερίδες κι ακόμη χειρότερα στα δεκάδες περιοδικά, αυτά τα πολύχρωμα χαρτοπατσαβούρια που κρέμονται στα μανταλάκια των εφημερίδων, δίπλα στην Εστία.

Κι η γλώσσα γέμισε με δεκάδες λέξεις αγγλικές.

Είδαν αυτήν την κατάσταση οι μεγαλοδιδάσκαλοι και τρόμαξαν. Ώστε λοιπόν τόσο πολλοί μιλούν τις ξένες γλώσσες! Διανθίζει λοιπόν το λεξιλόγιό της η πλέμπα με λέξεις της Αγγλικής. «Ποιοι είναι αυτοί που μέχρι χτες οι πατεράδες τους γέμιζαν τα καράβια για την Αυστραλία ή την Αμερική, τα τρένα για τα εργοστάσια της Γερμανίας και τις στοές του Βελγίου, που τολμούν να ομιλούν την Αγγλική; Τι νομίζουν οι φελλοί ότι θα εξομοιωθούν ποτέ με εκείνη την πάλαι ποτέ λαμπρή κοινωνική τάξη η οποία μιλούσε με τόση χάρη τη γαλλική; Ανόητοι και πτωχοί.

Μάθετε, λοιπόν, ότι το να μιλάς πια τις ξένες γλώσσες δεν είναι προκοπή. Δεν είναι σωστό να διανθίζεις το λόγο με λέξεις ξενικές. Αυτό, παιδιά μου, είναι λεξιπενία, είναι απειλή της γλώσσας των προγόνων!»

Έτσι, τώρα που έμαθαν και οι λαοί το τρέντι και το ιν, ξέθαψαν κι αυτοί τις αμαρτίες και τις απαγορεύσεις τους κι άρχισαν να μιλάνε πια μια άλλη γλώσσα. Τούτη τη φορά δεν τους βγήκε σε καμιά ξενικιά. Όχι. Τώρα βρήκαν τα αρχαία λεξικά κι έγιναν της μόδας εκφράσεις ξεχασμένες κι αραχνιασμένες εδώ και χρόνια πολλά. Της μόδας πια δεν είναι να λες: δεν μπορώ να έρθω, αλλά δεν δύναμαι να έλθω, δε λένε πια ερχόταν από μακριά, αλλά ήρχετο από μακριά. Όσο περνούν οι μέρες τόσο και πιο πολύ γίνονται οι πιστοί. Και κοντά σε κείνους που ψάχνουν με νύχια και δόντια να δείχνουν ανώτεροι και διαφορετικοί, τόσο εμφανίζονται κι οι άλλοι οι λαϊκοί, οι νεοβαρεμένοι, γιατί τάχα μου κι αυτοί ανακάλυψαν την ωραιότητα της γλώσσας των προγόνων. Άρχισαν, μάλιστα, να διαβάζουν και τα αρχαία, όχι αυτό δεν είναι κακό, κακό είναι όμως που μπέρδεψαν το μύδι με το φρύδι, το γέρο με το γερό, το ξέρω με το ξερό, το ξερό τους το κεφάλι εννοώ. Μάλιστα πιάσαν και τα λεξικά κι αρχίσαν να βρίσκουν και τις ρίζες των λέξεων, και νά τα μεγάλα συμπεράσματα πως αυτή η γλώσσα είναι μία και μοναδική και σαν και τούτη στον κόσμο δεν είναι άλλη. Άραγε βρήκαν τη σχέση που ‘χει η φάλαινα με το φαλλό;

Μ’ όλα αυτά ήθελα τούτο μόνο να δείξω, ότι τούτος ο λαός δε βολεύεται με τη δικιά του τη σοφία· πάντα ψάχνει να βρει μια άλλη δικαιολογία, μια διαφυγή απ’ αυτό που είναι, απ’ αυτό που κάνει, απ’ αυτό που σκέφτεται. Μόνο που δεν καταλαβαίνει πόσο χαζή είναι μια τέτοια λογική, για λόγους πολλούς· από τη μια γιατί αρνιέται την ίδια του την ύπαρξη κι από την άλλη γιατί κάνει τη χάρη σ’ αυτούς που θέλουν να τον έχουν υποχείριο και υποτακτικό.




1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Εντυπωσιακό!

Κατερίνα Μ.



Για κάτι άλλο εκτός από λόγια και ατέρμονες συζητήσεις στον ιστοχώρο μου

"Ελληνικός Πολιτισμός"

Κάθε συνεργασία είναι καλοδεχούμενη!